Χρόνος ανάγνωσης 1 λεπτό
Από το άρθρο 713 Α.Κ., προκύπτει, ότι με την σύμβαση της εντολής ο εντολοδόχος αναλαμβάνει την υποχρέωση να διεξαγάγει χωρίς αμοιβή την υπόθεση που του έχει αναθέσει ο εντολέας. Η σύμβαση της εντολής δεν υπόκειται σε τύπο και αποδεικνύεται με κάθε αποδεικτικό μέσο. Οι διατάξεις περί εντολής είναι ενδοτικού δικαίου και δεν αποκλείεται να συμφωνηθεί μεταξύ των μερών, ανεξάρτητα από τον ειδικότερο χαρακτηρισμό της συμβάσεως αυτής, η ανάθεση στον ένα εξ αυτών, από τον άλλο της έναντι αμοιβής διεξαγωγής υποθέσεως υλικής ή νομικής φύσεως. Εφ` όσον από τα μέρη συμφωνήθηκε για την διεξαγωγής υποθέσεως αμοιβή, συνιστάμενη στη μεταβίβαση ακινήτου, η υποσχετική αυτή συμφωνία έχουσα ως αντικείμενο τη μετάθεση εμπραγμάτου δικαιώματος επί ακινήτου, πρέπει, για να είναι έγκυρη, να περιβληθεί τον συμβολαιογραφικό τύπο (άρθρα 158, 159, 396 Α.Κ.). Η τήρηση του τύπου αυτού δεν είναι απαραίτητη για το κύρος της συμβάσεως εντολής, για την εκτέλεση της οποίας συμφωνείται αμοιβή έχουσα το ως άνω περιεχόμενο, αφού έναντι της υποσχετικής αυτής συμφωνίας η εντολή διατηρεί την αυτοτέλεια της.
Εξ άλλου, όπως προκύπτει από το άρθρο 730 Α.Κ., προϋπόθεση για την θεμιτή από τρίτο διοίκηση αλλότριας υπόθεσης είναι η έλλειψη εντολής, προς την οποία έλλειψη εξομοιούται η ακυρότητα για οιοδήποτε λόγο της εντολής. Κατά τις διατάξεις περί εντολής που έχουν εφαρμογή και στην διοίκηση αλλότριων σύμφωνα με το άρθρο 736 Α.Κ., κατ` αρχήν ο διοικητής αλλότριας υπόθεσης δεν έχει αξίωση αμοιβής για τις ενέργειες του, εκτός εάν οι τελευταίες συνδέονται με την άσκηση του επαγγέλματος του, η οποία συνήθως παρέχεται με αμοιβή.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: Ο αρχικός εναγόμενος Α. Ε., ο οποίος πέθανε στις 9.5.1980 και στη δικονομική θέση του οποίου υπεισήλθαν οι ήδη αναιρεσίβλητοι κληρονόμοι του, ήταν κάτοχος σημαντικής κινητής και ακίνητης περιουσίας, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, όπου διέμενε. Μεταξύ άλλων ο αρχικός εναγόμενος είχε στην ατομική του περιουσία και ένα ακίνητο εννέα περίπου στρεμμάτων στη θέση “Πευκάκι” της κτηματικής περιφερείας του Δήμου Λουτρακίου του Ν. Κορινθίας, με μία παλαιά κατοικία, η οποία, μαζί με έκταση ενός περίπου στρέμματος, είχε καταληφθεί από τρίτους. Ο αρχικός εναγόμενος, θέλοντας να διασφαλίσει και να τακτοποιήσει από νομική και ουσιαστική πλευρά την πιο πάνω ιδιοκτησία του, έδωσε στον αναιρεσείοντα την εντολή να προβεί στις απαιτούμενες εξώδικες και δικαστικές ενέργειες προς τον σκοπό τούτο. Αρχικά οι σχετικές εξουσιοδοτήσεις και οδηγίες δόθηκαν στον αναιρεσείοντα με επιστολές του αρχικού εναγομένου από την Ελβετία, όπου διέμενε, και στη συνέχεια με το συμβολαιογραφικό πληρξεούσιο 3707/25.5.1965 του συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Γ. Με το πληρεξούσιο αυτό, το οποίο επαναλήφθηκε με το όμοιο 6198/1969 του ίδιου συμβολαιογράφου, δόθηκε στον ενάγοντα η εντολή και πληρεξουσιότητα να ενεργήσει “παν ό,τι απαιτείται δια την τακτοποί-ησην ενός ακινήτου κτήματος… και την εκ τούτου αποβολήν και εκδίωξιν πάντων των τρίτων, οίτινες κατεπάτησαν τούτο”. Παράλληλα μεταξύ του αρχικού εναγομένου και του ήδη αναιρεσείοντος υπογράφηκε και το από 25.5.1965 ιδιωτικό συμφωνητικό, όπου ο δεύτερος δηλώνει, ότι “είναι πρόθυμος να διεκδικήσει ιδίαις δαπάναις επ` ονόματι εκείνου ενώπιον των δικαστηρίων και άλλων αρχών την κυριότητα επί του ως άνω κτήματος μεθ` όλων των συμπαρομαρτούντων δικαιωμάτων, και εν η μεν περιπτώσει η προσπάθεια του Π. Τ. αποβεί άκαρπος, αυτός δηλοί ότι ουδεμίαν αξίωσιν θέλει έχει, όπως του επιστραφώσιν οι πάσης φύσεως δαπάναι αι γενόμενοι υπ` αυτού δια την υπόθεσιν ταύτην”. Συμφωνήθηκε επίσης ότι “εν η περιπτώσει αφ` ετέρου ο ήδη αναιρεσείων επιτύχει όπως αναγνωρισθούν εν όλω ή εν μέρει τα δικαιώματα του αρχικού εναγομένου, τότε ο τελευταίος δηλοί, ότι θέλει κρατήσει την κυριότητα και νομήν των 40% της απελευθερωθησομένης έκτασης του κτήματος ή του όλου και θέλει παραχωρήσει εν πλήρη κυριότητι, κατοχή και νομή εις τον αναιρεσείοντα, ως αμοιβήν δια τους κόπους και τας δαπανάς του το 60% της όλης απελευθερωθησόμενης έκτασης του κτήματος”. Στη συνέχεια το Εφετείο διέλαβε, ότι από την πρόσθετη αυτή συμφωνία (άρθρο 361 Α.Κ.), η οποία είναι συμπληρωματική της κύριας σύμβασης εντολής (άρθρο 713 Α.Κ.), που κατά την χορήγηση της αντίστοιχης πληρεξουσιότητας έγινε συμβολαιογραφικά, προκύπτει κατά τρόπο σαφή και αναμφίβολο, ότι ως αμοιβή του ενάγοντος για την περίπτωση μερικής ή ολικής απελευθέρωσης του πιο πάνω κτήματος συμφωνήθηκε η υποχρέωση του αρχικού εναγομένου να μεταβιβάσει στον ενάγοντα “κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή” το 60% της έκτασης που θα απελευθερωνόταν ύστερα από τις δικαστικές ή εξώδικες ενέργειες τούτου.
Πηγή: ΑΠ 1363/1999
Χριστίνα Κ. Αρβανίτη, Δικηγόρος
info@nomikiefimerida.gr